DRGOUVIOTIS
Comments Off

Ιγμορίτιδα
Παραρρινοκολπίτιδα

Αίτια, Συμπτώματα και Θεραπεία

Τι είναι η ιγμορίτιδα;

Η ιγμορίτιδα, γνωστή και ως παραρρινοκολπίτιδα, είναι η φλεγμονή του βλεννογόνου που καλύπτει τους παραρρίνιους κόλπους (τις κοιλότητες γύρω από τη μύτη, τα λεγόμενα ιγμόρεια). 

Υπό φυσιολογικές συνθήκες, ο αέρας κυκλοφορεί ελεύθερα ανάμεσα στις κοιλότητες των ιγμορείων, τη ρινική κοιλότητα και το εξωτερικό περιβάλλον. Όταν όμως διακοπεί η φυσιολογική ροή του αέρα και συσσωρευτεί βλέννα μέσα στους κόλπους, μπορεί να προκληθεί μόλυνση – δηλαδή ιγμορίτιδα

Με απλά λόγια, η ιγμορίτιδα εμφανίζεται όταν οι κόλποι γύρω από τη μύτη “βουλώσουν” και γεμίσουν με παχύρρευστες εκκρίσεις, με αποτέλεσμα την ανάπτυξη φλεγμονής ή/και λοίμωξης.

Η ιγμορίτιδα μπορεί να αφορά έναν ή περισσότερους παραρρίνιους κόλπους. Συνήθως ξεκινά ως επιπλοκή ενός απλού κρυολογήματος ή κάποιας αλλεργίας, όταν το πρήξιμο στο εσωτερικό της μύτης εμποδίζει την αποχέτευση των φυσιολογικών εκκρίσεων. Είναι σημαντικό να αντιμετωπιστεί έγκαιρα, ώστε να αποφευχθούν πιθανές επιπλοκές και να αποκατασταθεί η ομαλή λειτουργία της μύτης και των κόλπων. Σε σπάνιες περιπτώσεις, μια παραμελημένη ιγμορίτιδα μπορεί να επεκταθεί σε γειτονικές περιοχές όπως τα μάτια ή ακόμη και προς τον εγκέφαλο, προκαλώντας σοβαρές λοιμώξεις. Ευτυχώς, με την έγκαιρη διάγνωση και θεραπεία, οι περισσότερες περιπτώσεις ιγμορίτιδας υποχωρούν χωρίς τέτοιες επιπλοκές.

Τύποι ιγμορίτιδας

Ανάλογα με τη διάρκεια και τη συχνότητα των συμπτωμάτων, η ιγμορίτιδα διακρίνεται σε διάφορους τύπους:

  1. Οξεία ιγμορίτιδα: Συνήθως εμφανίζεται ξαφνικά μετά από ένα κοινό κρυολόγημα ή ιογενή λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού. Έχει παρόμοια συμπτώματα με το κρυολόγημα, όπως ρινική καταρροή, μπούκωμα και αίσθημα βάρους στο πρόσωπο. Μπορεί επίσης να προκαλέσει πόνο στα δόντια, πίεση ή πόνο στα αυτιά, πυρετό και βήχα, ειδικά αν η φλεγμονή επεκταθεί. Η οξεία ιγμορίτιδα διαρκεί συνήθως έως 4 εβδομάδες και στις περισσότερες περιπτώσεις βελτιώνεται με συντηρητική αγωγή.
  2. Υποξεία ιγμορίτιδα: Όταν τα συμπτώματα επιμένουν για 4 έως 12 εβδομάδες, δηλαδή περισσότερο από ένα μήνα αλλά λιγότερο από τρεις, τότε πρόκειται για υποξεία μορφή. Η υποξεία ιγμορίτιδα είναι πιο επίμονη και μπορεί να επηρεάζει την καθημερινότητα του ασθενούς, καθώς τα συμπτώματα διαρκούν για αρκετές εβδομάδες. Συχνά οφείλεται σε βακτηριακή λοίμωξη που ακολουθεί μετά το αρχικό ιογενές κρυολόγημα ή σε παρατεταμένη έκθεση σε αλλεργιογόνους παράγοντες (π.χ. εποχιακές αλλεργίες).
  3. Χρόνια ιγμορίτιδα: Σε αυτή τη μορφή τα συμπτώματα επιμένουν για πάνω από 12 εβδομάδες (3 μήνες) συνεχώς. Η χρόνια ιγμορίτιδα χαρακτηρίζεται από πιο ήπια μεν αλλά επίμονα συμπτώματα: συνεχή παχύρρευστη ή πυώδη καταρροή (συχνά οπισθορρινικές εκκρίσεις προς το λαιμό), αίσθημα πίεσης στο πρόσωπο, πονοκέφαλο, χρόνιο βήχα και μειωμένη όσφρηση. Συχνά συνοδεύεται από υποκείμενα προβλήματα που δυσχεραίνουν τη ρινική αναπνοή, όπως σοβαρό στραβό διάφραγμα, πολύποδες στη μύτη ή αλλεργική ρινίτιδα. Αυτοί οι παράγοντες δημιουργούν στενότερες διόδους και ευνοούν τις υποτροπιάζουσες φλεγμονές.
  4. Υποτροπιάζουσα οξεία ιγμορίτιδα: Πρόκειται για επαναλαμβανόμενα επεισόδια οξείας ιγμορίτιδας, δηλαδή όταν ένας ασθενής εμφανίζει πολλές ξεχωριστές κρίσεις μέσα στον ίδιο χρόνο. Συγκεκριμένα, αν εκδηλωθούν 4 ή περισσότερα επεισόδια οξείας ιγμορίτιδας σε διάστημα ενός έτους, μιλάμε για υποτροπιάζουσα ιγμορίτιδα. Κάθε επεισόδιο διαρκεί λίγες εβδομάδες και υποχωρεί πλήρως με θεραπεία, αλλά μετά από λίγο καιρό η φλεγμονή επιστρέφει λόγω προδιάθεσης (π.χ. αλλεργίες, διάφραγμα, πολύποδες που δεν έχουν αντιμετωπιστεί).

Αίτια και παράγοντες κινδύνου

Πολλοί διαφορετικοί παράγοντες μπορούν να συμβάλλουν στην εμφάνιση ιγμορίτιδας. Τα συχνότερα αίτια περιλαμβάνουν τα ακόλουθα:

  • Ιογενείς λοιμώξεις: Ένα κοινό κρυολόγημα (ιογενής ρινίτιδα) είναι συχνά το πρώτο βήμα. Ο ιός προκαλεί φλεγμονή και οίδημα στο ρινικό βλεννογόνο, που μπορεί να φράξει τα στόμια αποχέτευσης των κόλπων. Αν τα συμπτώματα μιας ιογενούς λοίμωξης διαρκούν πάνω από 7-10 ημέρες ή επιδεινώνονται ξαφνικά, τότε υπάρχει υποψία ότι έχει αναπτυχθεί βακτηριακή ιγμορίτιδα.
  • Βακτηριακές λοιμώξεις: Συχνά η ιγμορίτιδα είναι αποτέλεσμα επιμόλυνσης από βακτήρια μετά το αρχικό κρυολόγημα. Τα παθογόνα βακτήρια (όπως ο Streptococcus pneumoniae, o Haemophilus influenzae κ.ά.) ευθύνονται ιδιαίτερα στις πυώδεις, παρατεινόμενες ιγμορίτιδες.
  • Αλλεργική ρινίτιδα: Οι αλλεργίες (π.χ. στη γύρη, στη σκόνη) μπορούν να προκαλέσουν χρόνια φλεγμονή και διόγκωση των ρινικών κογχών, εμποδίζοντας έτσι τη σωστή αποστράγγιση των κόλπων. Πολύ συχνά, οι πάσχοντες από αλλεργική ρινίτιδα εμφανίζουν επαναλαμβανόμενα επεισόδια ιγμορίτιδας, ιδιαίτερα τις εποχές με έντονη παρουσία αλλεργιογόνων.
  • Ανατομικές ανωμαλίες στη μύτη: Οτιδήποτε εμποδίζει μηχανικά τις ρινικές διόδους μπορεί να οδηγήσει σε χρόνια ιγμορίτιδα. Συχνές αιτίες είναι το στραβό ρινικό διάφραγμα (σκολίωση) και οι ρινικοί πολύποδες. Ένα έντονα αποκλίνων διάφραγμα δυσκολεύει τη διέλευση του αέρα, ενώ οι πολύποδες (μικρές μη κακοήθεις εξεργασίες του βλεννογόνου) μπορεί να μπλοκάρουν πλήρως τα στόμια των κόλπων. Αυτές οι καταστάσεις δημιουργούν πρόσφορο έδαφος για την ανάπτυξη φλεγμονών.
  • Οδοντικές λοιμώξεις: Λιγότερο γνωστό, αλλά ένα μολυσμένο δόντι της άνω γνάθου μπορεί να προκαλέσει ιγμορίτιδα του γναθιαίου κόλπου (οδοντογενής ιγμορίτιδα). Διεισδυτικές φλεγμονές από ένα απόστημα δοντιού ή ακόμα και μια δύσκολη εξαγωγή δοντιού στην πάνω γνάθο μπορεί να επιμολύνουν τον παρακείμενο ιγμόρειο.
  • Καπνός και ρυπογόνοι παράγοντες: Το κάπνισμα ερεθίζει και καταστρέφει τα κροσσωτά κύτταρα του ρινικού βλεννογόνου, μειώνοντας την ικανότητα απομάκρυνσης βλέννας. Επίσης, η έκθεση σε σκόνη, γύψο, καυσαέρια ή ξηρό αέρα μπορεί να συμβάλει σε χρόνια ρινική συμφόρηση και υποτροπιάζουσες ιγμορίτιδες.
  • Απότομες μεταβολές πίεσης: Οι συχνές πτήσεις με αεροπλάνο ή οι καταδύσεις (όπου αλλάζει γρήγορα η ατμοσφαιρική πίεση) μπορούν να επηρεάσουν την πίεση στους παραρρίνιους κόλπους. Αυτές οι αλλαγές μπορεί να προκαλέσουν οίδημα στα στόμια των κόλπων και παγίδευση αέρα, οδηγώντας σε πόνο και πιθανή φλεγμονή. Για αυτόν το λόγο οι δύτες και οι πιλότοι συχνά ενημερώνονται να μη βουτούν ή να πετούν όταν είναι συναχωμένοι.
  • Εξασθενημένο ανοσοποιητικό: Άτομα με ανοσοανεπάρκεια ή σοβαρά χρόνια νοσήματα κινδυνεύουν περισσότερο από παρατεταμένες ιγμορίτιδες. Για παράδειγμα, ασθενείς με κυστική ίνωση ή όσοι λαμβάνουν χημειοθεραπεία μπορεί να εμφανίσουν επίμονες και δύσκολα αντιμετωπίσιμες λοιμώξεις στους κόλπους. Σε αυτά τα περιστατικά, ακόμα και σπάνια μύκητες μπορεί να προκαλέσουν παραρρινοκολπίτιδα, λόγω της εξασθενημένης άμυνας του οργανισμού.

Συμπτώματα της ιγμορίτιδας

Έντονος πονοκέφαλος και πίεση γύρω από τη μύτη αποτελούν συχνά συμπτώματα της ιγμορίτιδας. Η ιγμορίτιδα μπορεί να εκδηλωθεί με ποικιλία συμπτωμάτων, ανάλογα και με το αν είναι οξεία ή χρόνια. Τυπικά συμπτώματα που εμφανίζονται στους περισσότερους ασθενείς είναι τα εξής:

  • Ρινική συμφόρηση (μπούκωμα): Αίσθημα βουλώματος στη μύτη και δυσκολία στην αναπνοή από τα ρουθούνια. Ο ασθενής αναγκάζεται να αναπνέει από το στόμα λόγω της βουλωμένης μύτης.
  • Καταρροή και εκκρίσεις: Έκκριση παχύρρευστης βλέννας από τη μύτη. Οι ρινικές εκκρίσεις μπορεί να είναι διαφανείς και υδαρείς ή πιο πηχτές και κιτρινωπές/πρασινωπές (ένδειξη πυώδους λοιμώξης). Συχνά η καταρροή κυλά προς τα πίσω (οπισθορρινική καταρροή), δηλαδή οι εκκρίσεις κατεβαίνουν στο φάρυγγα προκαλώντας ενόχληση ή και βήχα.
  • Πόνος στο πρόσωπο και το κεφάλι: Έντονη πίεση ή πόνος γύρω από τα μάτια, στα ζυγωματικά (μάγουλα) ή/και στο μέτωπο, ανάλογα με το ποιοι κόλποι έχουν φλεγμονή. Ο πόνος αυτός τυπικά επιδεινώνεται όταν σκύβει κανείς μπροστά ή ξαπλώνει, λόγω της πίεσης από τις συσσωρευμένες εκκρίσεις. Επίσης, μπορεί να υπάρχει πονοκέφαλος (κεφαλαλγία) που πολλές φορές συγχέεται με ημικρανία. (Σημείωση: Πολλοί άνθρωποι νομίζουν ότι έχουν πονοκέφαλο από ιγμορίτιδα, ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για ημικρανία – γι’ αυτό η σωστή διάγνωση από γιατρό έχει σημασία.)
  • Πόνος στα δόντια: Συχνά αναφέρεται οδονταλγία στα πίσω δόντια της άνω γνάθου. Αυτό συμβαίνει διότι οι ρίζες των άνω δοντιών βρίσκονται κοντά στα ιγμόρεια της άνω γνάθου – όταν αυτά φλεγμαίνουν, μπορεί να προκαλέσουν αντανακλαστικό πόνο στα δόντια.
  • Βήχας: Ένας επίμονος ξηρός ή παραγωγικός βήχας μπορεί να συνοδεύει την ιγμορίτιδα, ιδιαίτερα λόγω της βλέννας που στάζει προς το λαιμό (μετα-ρινική έκκριση) και ερεθίζει τον φάρυγγα. Ο βήχας συχνά επιδεινώνεται τη νύχτα ή όταν ξαπλώνει ο ασθενής.
  • Πυρετός: Στην οξεία ιγμορίτιδα μπορεί να εμφανιστεί δεκατική πυρετική κίνηση (πυρετός έως ~37.5°C). Υψηλός πυρετός δεν είναι πολύ συνηθισμένος εκτός αν πρόκειται για σοβαρή βακτηριακή λοίμωξη ή κάποια επιπλοκή.
  • Μειωμένη όσφρηση και γεύση: Πολλοί ασθενείς παρατηρούν υποσμία (μειωμένη αίσθηση της όσφρησης) ή ακόμα και προσωρινή ανοσμία (απώλεια όσφρησης) λόγω της συμφόρησης. Αυτό συχνά συνοδεύεται και από θαμπή αίσθηση της γεύσης, καθώς η όσφρηση συνδέεται άμεσα με την αντίληψη των γεύσεων.
  • Κακοσμία στόματος: Η παρουσία παγιδευμένου πύου και βλέννας μπορεί να οδηγήσει σε δυσάρεστη αναπνοή (χαλίτωση) ή άσχημη γεύση στο στόμα. Ο ασθενής μπορεί να νιώθει μια συνεχή άσχημη μυρωδιά, ιδίως σε χρόνιες περιπτώσεις.
  • Πίεση ή πόνος στα αυτιά: Ορισμένες φορές η ιγμορίτιδα συνοδεύεται από αίσθημα πληρότητας στα αυτιά ή ήπια ωταλγία (πόνο στο αυτί). Αυτό συμβαίνει γιατί το οίδημα και η συμφόρηση μπορεί να επηρεάζουν και τη λειτουργία της ευσταχιανής σάλπιγγας, δημιουργώντας πίεση στο μέσο αυτί.
  • Κόπωση και κακουχία: Ειδικά στη χρόνια ιγμορίτιδα, ο ασθενής συχνά νιώθει γενική κούραση, αδυναμία και καταβολή. Η διαρκής φλεγμονή και η δυσκολία στην αναπνοή από τη μύτη μπορεί να τον κάνουν να αισθάνεται διαρκώς εξαντλημένος ή “άρρωστος”.

Σημείωση: Τα παραπάνω συμπτώματα μπορεί να υπάρχουν όλα μαζί ή μόνο μερικά από αυτά. Για παράδειγμα, κάποιος με χρόνια ιγμορίτιδα ίσως έχει πολύ μπούκωμα και μειωμένη όσφρηση, χωρίς όμως έντονο πόνο ή πυρετό. Αντίθετα, στην οξεία πυώδη ιγμορίτιδα είναι συχνός ο έντονος πόνος με πυρετό. Σε κάθε περίπτωση, όταν τα συμπτώματα διαρκούν περισσότερο από 7-10 ημέρες ή επιδεινώνονται αντί να βελτιώνονται, συστήνεται η αξιολόγηση από ειδικό ΩΡΛ.

Διάγνωση

Η διάγνωση της ιγμορίτιδας γίνεται από ειδικό ωτορινολαρυγγολόγο (ΩΡΛ), ο οποίος θα πάρει το ιατρικό ιστορικό και θα πραγματοποιήσει κλινική εξέταση της μύτης. Σήμερα, με τη βοήθεια σύγχρονων ενδοσκοπίων (λεπτών, άκαμπτων ή εύκαμπτων κάμερων) ο γιατρός μπορεί να εξετάσει το εσωτερικό της μύτης και τα στόμια των ιγμορείων άμεσα στο ιατρείο, γρήγορα και ανώδυνα. Η ενδοσκόπηση ρινός επιτρέπει να δει ο ΩΡΛ τυχόν πύον, πολύποδες, πολύ οίδημα ή ανατομικές ανωμαλίες που εξηγούν τα συμπτώματα.

Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να χρειαστούν απεικονιστικές εξετάσεις για την ολοκλήρωση της διάγνωσης. Μια απλή ακτινογραφία παραρρινίων μπορεί να δείξει υγρό ή πάχυνση στους κόλπους, όμως η αξονική τομογραφία (CT) των ιγμορείων δίνει τις πιο λεπτομερείς πληροφορίες. Η αξονική χρησιμοποιείται ιδίως σε χρόνια ή υποτροπιάζουσα ιγμορίτιδα, για να αξιολογηθεί η έκταση της φλεγμονής και να σχεδιαστεί τυχόν χειρουργική παρέμβαση. Σπανιότερα, σε πολύ ειδικές περιπτώσεις επιπλοκών, μπορεί να ζητηθεί και μαγνητική τομογραφία (MRI) προκειμένου να φανεί αν η φλεγμονή έχει επεκταθεί σε μαλακούς ιστούς, μάτια ή ενδοκρανιακά.

Τέλος, αν υποψιαζόμαστε αλλεργική αιτιολογία, μπορεί να γίνουν αλλεργικά τεστ, ενώ σε χρόνια ιγμορίτιδα ίσως χρειαστεί και καλλιέργεια ρινικών εκκρίσεων για την ταυτοποίηση των υπεύθυνων μικροβίων και την επιλογή κατάλληλου αντιβιοτικού.

Θεραπεία

Συντηρητική (φαρμακευτική) αντιμετώπιση

Στις περισσότερες περιπτώσεις, η ιγμορίτιδα αντιμετωπίζεται αρχικά με συντηρητική θεραπεία δηλαδή φαρμακευτική αγωγή και τοπικές παρεμβάσεις που βοηθούν στην αποσυμφόρηση των κόλπων. Ανάλογα με τη βαρύτητα της φλεγμονής, ο γιατρός μπορεί να συστήσει έναν συνδυασμό από τα παρακάτω μέτρα:

  • Αντιβιοτική αγωγή: Εφόσον υπάρχει υποψία ή επιβεβαίωση βακτηριακής λοίμωξης, χορηγείται κατάλληλο αντιβιοτικό από το στόμα (π.χ. αμοξυκιλλίνη -κ λαβουλανικό, μακρολίδες κλπ) για 10-14 ημέρες συνήθως. Τα αντιβιοτικά δεν χρειάζονται στις ιογενείς ιγμορίτιδες (όπως στο κοινό κρυολόγημα), παρά μόνο αν τα συμπτώματα διαρκούν πάνω από ~10 μέρες ή είναι πολύ σοβαρά.
  • Ρινικές πλύσεις: Οι πλύσεις της μύτης με φυσιολογικό ορό ή ειδικά αλατούχα διαλύματα βοηθούν στον καθαρισμό των εκκρίσεων και την ύγρανση του βλεννογόνου. Συνιστάται στους ασθενείς να κάνουν τακτικά ρινικές εκπλύσεις (με ειδικές συσκευές ή με σύριγγα και αμπούλες φυσιολογικού ορού) για να απομακρύνονται οι πυώδεις εκκρίσεις και να μειώνεται το “μπούκωμα”.
  • Αποσυμφορητικά σπρέι ή σταγόνες: Τα ρινικά αποσυμφορητικά (π.χ. ξυλομεταζολίνη, οξυμεταζολίνη) σε μορφή σπρέι ή σταγόνων προκαλούν αγγειοσυστολή και μειώνουν το οίδημα του ρινικού βλεννογόνου, προσφέροντας γρήγορη ανακούφιση από τη συμφόρηση. Πρέπει όμως να χρησιμοποιούνται με φειδώ – όχι περισσότερο από 5-7 ημέρες συνεχόμενα, διότι διαφορετικά μπορεί να προκαλέσουν φαρμακευτική ρινίτιδα (rebound effect) και επιδείνωση της συμφόρησης.
  • Ρινικά κορτικοστεροειδή: Τα κορτιζονούχα ρινικά σπρέι (π.χ. φλουτικαζόνη, μομεταζόνη) μειώνουν δραστικά τη φλεγμονή και το οίδημα στον βλεννογόνο. Είναι ιδιαίτερα χρήσιμα στις χρόνιες ιγμορίτιδες και όταν υπάρχουν πολύποδες ή αλλεργική ρινίτιδα παράλληλα. Χρησιμοποιούνται καθημερινά για αρκετές εβδομάδες, σύμφωνα με τις οδηγίες του γιατρού, και βοηθούν στην πρόληψη υποτροπών.
  • Αντιισταμινικά: Εάν υπάρχει αλλεργική συνιστώσα (π.χ. αλλεργική ρινίτιδα μαζί με ιγμορίτιδα), μπορεί να χορηγηθούν από του στόματος αντιισταμινικά (όπως σετιριζίνη, λοραταδίνη) για μερικές εβδομάδες. Αυτά μειώνουν τα αλλεργικά συμπτώματα και το φτάρνισμα, συμβάλλοντας στη μείωση της παραγωγής βλέννας.
  • Αναλγητικά και αντιπυρετικά: Φάρμακα όπως η παρακεταμόλη ή τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη (ιβουπροφαίνη, ναπροξένη) βοηθούν στην ανακούφιση του πονοκεφάλου, του πόνου στο πρόσωπο και στη μείωση τυχόν πυρετού. Δεν θεραπεύουν την αιτία, αλλά βελτιώνουν σημαντικά την άνεση του ασθενούς.

Με την κατάλληλη συντηρητική αγωγή, οι περισσότερες οξείες ιγμορίτιδες υποχωρούν μέσα σε 1-2 εβδομάδες. Η χρόνια ιγμορίτιδα μπορεί να χρειαστεί πιο παρατεταμένη φαρμακευτική αγωγή (π.χ. 4-6 εβδομάδες αντιβίωση σε ορισμένες περιπτώσεις, σύμφωνα με τις οδηγίες του γιατρού). Ο γιατρός θα προσαρμόσει τη θεραπεία ανάλογα με το αίτιο και τη βαρύτητα. Για παράδειγμα, σε έναν ασθενή με αλλεργική ρινίτιδα θα δώσει έμφαση στα κορτικοειδή σπρέι και τα αντισταμινικά, ενώ σε κάποιον με πυώδεις εκκρίσεις θα δώσει αντιβιοτικό.

Χειρουργική αντιμετώπιση (Ενδοσκοπική χειρουργική των κόλπων)

Σε επίμονες ή σοβαρές περιπτώσεις, όπου η συντηρητική θεραπεία δεν αποδίδει ή υπάρχουν ανατομικά εμπόδια, εξετάζεται η λύση της χειρουργικής αντιμετώπισης. Η επέμβαση που ενδείκνυται για τη χρόνια ή ανθεκτική ιγμορίτιδα ονομάζεται λειτουργική ενδοσκοπική χειρουργική των παραρρινίων κόλπων (Functional Endoscopic Sinus Surgery – FESS). Πρόκειται για μία σύγχρονη, ελάχιστα επεμβατική μέθοδο που πραγματοποιείται μέσα από τα ρουθούνια, χωρίς εξωτερικές τομές. Ο χειρουργός ΩΡΛ χρησιμοποιεί ειδικά ενδοσκόπια υψηλής ευκρίνειας και μικροεργαλεία, με τα οποία διανοίγει τα φραγμένα στόμια των κόλπων και καθαρίζει τις παθολογικές ιστούς ή εκκρίσεις. Έτσι αποκαθίσταται η φυσιολογική επικοινωνία των κόλπων με τη μύτη και επιτρέπεται η σωστή παροχέτευση.

Πότε χρειάζεται χειρουργείο; 

Γενικά, χειρουργική παρέμβαση προτείνεται σε περιπτώσεις όπου: 

  • Ο ασθενής δεν ανταποκρίνεται στη φαρμακευτική αγωγή και τα συμπτώματα επιμένουν επί μακρόν. 
  • Υπάρχουν ρινικοί πολύποδες ή άλλες αποφρακτικές βλάβες που φράζουν τους κόλπους. 
  • Συνυπάρχει σοβαρή σκολίωση ρινικού διαφράγματος ή υπερτροφία ρινικών κογχών, που πρέπει να διορθωθούν για να ανοίξει η δίοδος αέρα. 
  • Σπανιότερα, αν ανευρεθούν μυκητιασικές φλεγμονές ή όγκοι στους κόλπους (καλοήθεις ή κακοήθεις), που απαιτούν καθαρισμό ή βιοψία – αυτές είναι ειδικές περιπτώσεις όπου το χειρουργείο είναι μέρος της θεραπείας.

Πώς γίνεται η επέμβαση;

Η επέμβαση FESS γίνεται υπό γενική αναισθησία στις περισσότερες περιπτώσεις. Μέσω των ρουθουνιών, ο χειρουργός εισάγει το ενδοσκόπιο και εργαλεία με τα οποία αφαιρεί πολύποδες, διανοίγει τα στενωμένα ανοίγματα και καθαρίζει το συσσωρευμένο πύον ή ιστό. Εάν υπάρχει στραβό διάφραγμα, συχνά στην ίδια συνεδρία πραγματοποιείται και διάφραγματοπλαστική (ευθυγράμμιση του ρινικού διαφράγματος), έτσι ώστε να εξασφαλιστεί ότι η ρινική δίοδος θα παραμείνει ανοιχτή και μετά το χειρουργείο. Το ίδιο ισχύει και για τυχόν υπερτροφικές κόγχες,  μπορεί να γίνει ταυτόχρονα μειωτική τους, για βελτίωση της ρινικής αναπνοής.

Μετά το χειρουργείο: 

Η ενδοσκοπική χειρουργική των ιγμορείων έχει το πλεονέκτημα της ταχείας ανάρρωσης. Συνήθως δεν απαιτείται πολύημερη νοσηλεία – ο ασθενής μπορεί να μείνει ένα βράδυ για παρακολούθηση και την επόμενη μέρα να επιστρέψει σπίτι. Συχνά δεν τοποθετούνται γάζες (ταμπόν) στη μύτη ή, αν τοποθετηθούν, αφαιρούνται μέσα σε 1-2 ημέρες. Ο μετεγχειρητικός πόνος είναι συνήθως ελάχιστος και αντιμετωπίζεται με απλά παυσίπονα. Δεν εμφανίζονται μελανιές ή οίδημα εξωτερικά στο πρόσωπο, επειδή δεν έγιναν εξωτερικές τομές.

Για τις πρώτες 1-2 εβδομάδες μετά την επέμβαση, ο ασθενής θα πρέπει να κάνει τακτικά ρινικές πλύσεις με φυσιολογικό ορό και να εφαρμόζει τυχόν φαρμακευτικές οδηγίες (π.χ. ρινικό σπρέι κορτιζόνης) που θα δώσει ο γιατρός. Επίσης, προγραμματίζονται τακτικοί επανέλεγχοι ώστε ο ΩΡΛ να καθαρίζει τυχόν αποξηραμένες εκκρίσεις, να παρακολουθεί την επούλωση και να διασφαλίσει ότι όλα πηγαίνουν καλά. Μέσα σε περίπου 4 εβδομάδες από το χειρουργείο, οι περισσότεροι ασθενείς έχουν πλήρως επουλωθεί και αναπνέουν ελεύθερα από τη μύτη τους, χωρίς τα ενοχλητικά συμπτώματα που τους ταλαιπωρούσαν.

Συνοψίζοντας, η χειρουργική αντιμετώπιση (FESS) όταν υπάρχει ένδειξη, προσφέρει θεαματική βελτίωση: ο ασθενής απαλλάσσεται από χρόνιο πονοκέφαλο, μπουκώματα, εκκρίσεις και βήχα. Φυσικά, η απόφαση για χειρουργείο λαμβάνεται εξατομικευμένα, αφού εξαντληθούν όλα τα συντηρητικά μέσα. Ο στόχος είναι πάντα η οριστική λύση του προβλήματος με τον λιγότερο επεμβατικό τρόπο.

Κλείστε Ραντεβού

Μην διστάσετε να κλείσετε ραντεβού με τον Δρ. Ευάγγελο Γουβιώτη. Η έγκαιρη διάγνωση και αντιμετώπιση εξασφαλίζουν καλύτερα αποτελέσματα και ποιότητα ζωής.

Κλείστε Ραντεβού ή Καλέστε Τώρα +30 210 36 45 181 | +30 6944 3476 43